Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Ελληνικού δημοσίου στα Επτάνησα.

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Ελληνικού δημοσίου στα Επτάνησα.


ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ

1.-Με τη συνθήκη των Παρισίων του 1815, η Επτάνησος αναγνωρίσθηκε ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος καλούμενο "Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων" περιήλθε υπό την προστασία της Αγγλίας.
Το νέο κράτος είχε Γενική Διοίκηση με έδρα την Κέρκυρα και τοπικές κυβερνήσεις σε κάθε νήσο με επικεφαλής "έπαρχους" και "επαρχιακά συμβούλια".
Δηλαδή κάθε μία νήσος αποτελούσε, κατά κάποιο τρόπο, αυτοτελή μονάδα ομοσπονδιακού κράτους, η δε δημόσια περιουσία ανήκε κατά κυριότητα σε κάθε νήσο (δηλ. το τεκμήριο κυριότητας δεν ήταν, όπως είναι σήμερα, υπέρ του Δημοσίου), διοικούμενη από τους επιτόπιους άρχοντες, με υποχρέωση εισφοράς μέρους από τα αντίστοιχα εισοδήματα στο Γενικό Ταμείο της Ιονίου Πολιτείας.
Η περιουσία αυτή κάθε νήσου ονομαζόταν "επιχώρια" ή "εγχώρια" περιουσία. Αυτά προκύπτουν από το "Σύνταγμα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" του έτους 1817[1], με το οποίο είχε παραχωρηθεί στα Ιόνια νησιά πλήρης αυτοδιοίκηση. Κατ΄εφαρμογή των αρχών του Συντάγματος του 1817 η από 11/8/1834 ΚΣΤ΄ «Πράξις της Γερουσίας» (Επίσημος Εφημερίς του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων αρ. 191 του έτους 1834), διέκρινε ρητά την επιχώριον οικονομία κάθε νήσου από τη γενική οικονομία του ομοσπονδιακού αυτού Κράτους (άρθρ. 5), καθόρισε τα έσοδα του δημοσίου ταμείου (αρ. 6) και αναγνώρισε την κυριότητα της τοπικής Διοίκησης κάθε νήσου στα μη ιδιωτικά κτήματα που βρίσκονταν σε αυτό. Από το Σύνταγμα λοιπόν της Ιονίου Πολιτείας του 1817 και από τις Πράξεις ΚΣΤ΄ της Ε΄ Γερουσίας (1834) και Ι΄ της Η΄ Γερουσίας (1845), που εκδόθηκαν με βάση αυτό, προκύπτει ότι όλα τα κτήματα, εφ΄όσον δεν υφίσταται επ΄αυτών κυριότητα κάποιο ιδιώτη ανήκουν στην επιχώριον ή εγχώριον περιουσίαν της κάθε νήσου.
Με βάση την υπ΄αρ 721/1991 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, «στα Επτάνησα, πριν από την ένωσή τους με την Ελλάδα, δεν υπήρχαν δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις ως ιδιοκτησία του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, ώστε να περιέλθουν κατά διαδοχή, με την ένωση το έτος 1864, στο Ελληνικό Δημόσιο… Έτσι, δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση και δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, ως ιδιοκτησία του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, δεν υπήρχαν, ούτε προβλέπονται στο παραπάνω Σύνταγμα (του 1817)… Επομένως επί των δασών και δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων των Επτανήσων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτών με την Ελλάδα ουδέν έλαβε, ούτε ως διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο, όπως προαναφέρεται δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση ή δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώρια περιουσία, αφού αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων κάθε νήσου (σσ. εκτός από τα Κύθηρα). Συνεπώς επί των δασών και δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων της Επτανήσου δεν δύναται να έχει εφαρμογή το υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας… Κατά συνέπεια των παραπάνω, προκειμένου περί δασών και δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων των Επτανήσων δεν αρκεί μόνη η από το Ελληνικό Δημόσιο επίκληση και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικουμένης εκτάσεως προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητάς του επ΄αυτής, αλλά απαιτείται η επίκληση και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, απόδειξη της κτήσεως της κυριότητας από το Δημόσιο κατά έναν από τους τρόπους κτήσεως κυριότητας που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τις 23-2-1946 από τον Αστικό Κώδικα ή από κάποιον ειδικό νόμο. Αφού λοιπόν στα Επτάνησα, τα Κύθηρα και Αντικύθηρα δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των ευρισκομένων σ΄αυτά δασών και δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων, έπεται ότι το Δημόσιο πρέπει να διαχειρίζεται ως δημόσια μόνον τα δάση και τις δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις για τις οποίες έχει νόμιμους τίτλους κυριότητας…»
 2.-Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε και μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα (1864), με το νόμο ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλεία) ισχυούσης νομοθεσίας", ο οποίος (βλ. άρθρα 10-15) διατήρησε και αναγνώρισε ρητώς τις εγχώριες περιουσίες των Ιονίων νήσων και ανέθεσε απλώς τη διοίκηση τους (βλ. αρθρ. 11) σε επιτροπή, μέχρις ότου ιδιαίτερος νόμος για κάθε μέσο ρυθμίσει τη διανομή τους "κατά δήμους".
Πράγματι μετά το νόμο αυτό, εκδόθηκαν ιδιαίτεροι νόμοι για τα περισσότερα από τα Ιόνια νησιά με βάση τους οποίους οι εγχώριες περιουσίες αυτών διαλύθηκαν και διανεμήθηκαν κατά δήμους και επαρχίες ανάλογα με τον πληθυσμό τους, χωρίς όμως τα επί μέρους στοιχεία των περιουσιών αυτών να περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Έτσι για τη Λευκάδα, Ζάκυνθο, Κεφαλληνία και Κέρκυρα, εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι νόμοι ΨΞβ" της 27.12.1878 - ΦΕΚ 2/1879 -, ΥΙΓ της 27.5.1871 - ΦΕΚ 24/1871 -ΨΓ της 9.11.1878-ΦΕΚ 64/1878 και ΑΦΓ της 28.5.1887 - ΦΕΚ 142/1887.
Ανάλογος όμως νόμος δεν εκδόθηκε για τα Κύθηρα, όπως και για την Ιθάκη και τους Παξούς, ίσως λόγω της περιωρισμένης εκτάσεως της εγχώριας περιουσίας των νήσων αυτών. (πρβλ ΣτΕ 1956/1986 ΣτΕ.ΑΡΜ/1987 (610), ΝΟΒ/1987 (419).
3.- Ουδεμία μνεία γίνεται περί περιουσίας του Κράτους στις παραπάνω συνθήκες της Επτανήσου Πολιτείας και μετέπειτα Ιονίου Κράτους, ώστε αυτή, μετά την δια της συνθήκης του Λονδίνου ένωση της Επτανήσου με το Ελληνικό Κράτος το έτος 1864, να περιέλθει κατά διαδοχή στο Ελληνικό Δημόσιο ενώ αντιθέτως στην συνθήκη της 4/16.6.1830 περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος γίνεται ειδική μνεία περί εκκλησιαστικών ή δημοσίων υπό το Οθωμανικό σύστημα ιδιοκτησιών οι οποίες θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος[2].     
4.-ΜΕΤΑ την εισαγωγή από 1.7.1866 στις Ιόνιες νήσους της Ελληνικής Νομοθεσίας με τον ν. ΡΝ της 30.1.1866[3] (άρθρο 1 και 211 αυτού), από την οποία (ημερομηνία) έπαυσε η ισχύς της νομοθεσίας του Ιονίου Κράτους, η διοίκηση της περιουσίας καθεμίας νήσου (εγχωρίου) ανατέθηκε σε Επιτροπή, των εισοδημάτων από την περιουσία καθεμίας νήσου διανεμομένων στους Δήμους της αναλόγως του πληθυσμού καθεμίας (αρθρ. 10,11,13,14V.PN/1866).
Για τη διανομή δε της εγχώριας περιουσίας στην Κεφαλληνία μερίμνησε ακολούθως  ο ν.Ψ1/1878.
5.-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα επί των δασών της Επτανήσου[4], διότι δεν έλαβε τίποτα από την επιχώριο περιουσία μετά την ένωση αυτής και επομένως και εκ του λόγου αυτού δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω το από 16.11.1836 Β.Δ/γμα «περί ιδιωτικών δασών» και το εξ αυτού, κατά τα εκτεθέντα στην αρχή τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών (βλ. και ΑΠ 340/1985 ΝοΒ 34, 76).     
Σημειωτέον ότι η ως άνω εκτεθείσα ερμηνευτική άποψη περί μη ισχύος του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των κειμένων στις Ιονίους νήσους δασών και εν γένει δασικών διατάξεων καθιερώθηκε και νομοθετικώς με το άρθρο 62§1 εδ. β` του ν.998 της 28/29.12.1979 «περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας», στο οποίο ορίζεται, ότι το κατά την παράγραφο 1 εδαφ. α` του εν λόγω άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων[5] «δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων».
 Η Απόφαση 1738/2012 Άρειου Πάγου.<< προκειμένου περί Δασών και δασικών εκτάσεων  που  βρίσκονται  στα  Επτάνησα,  δεν  ισχύει,  σύμφωνα  με  όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου και έτσι η από το Δημόσιο επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής  της  διεκδικούμενης  έκτασης  ,δεν  αρκεί  προς  θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας τούτου επ αυτής ,αλλά απαιτείται απόδειξη της κτήσης κυριότητας με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα η από τον Αστικό Κώδικα [ μετά την 23-2-1946 ] τρόπους κτήσης κυριότητας. Για τους λόγους αυτούς απορρίπτεται η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ,για αναίρεση της υπ αριθμ 622/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών».    
Συνεπώς, προκειμένου περί δασών κειμένων στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο της δασικής μορφής της διεκδικούμενης εκτάσεως δεν αρκεί να θεμελιώσει το δικαίωμα κυριότητας του επ`αυτής, αλλά πρέπει αυτό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδεικνύει ότι κατέστη κύριο με έναν από τους τρόπους κτήσεως κυριότητας που προβλέπεται από τον Ιόνιο Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα ή από ειδικούς νόμους (βλ.ΑΠ 340/1985 ό.π.).      Περαιτέρω κατά το άρθρο 2063 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια, αναμφίβολη και επί λόγω κυριότητος.      Από τα παραπάνω στοιχεία ο όρος «αναμφίβολη διακατοχή» ανταποκρίνεται προς τον χρησιμοποιούμενο σήμερα όρο της καλόπιστης νομής. Κατά τα άρθρα 2,13,14 και 16 του περί διακρίσεως κτημάτων νόμου της 21.6.1837, ισχύοντος στις Ιονίους νήσους μετά την έκδοση του νόμου ΡΝ/1866 με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402-409 του Ιονίου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα παρ` ιδιωτών ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους, επί των οποίων δεν υπάρχουν αποδεδειγμένες απαιτήσεις άλλων και συνεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο.  (541/2009 ΕΦ ΠΑΤΡ(ΑΧΑΝΟΜ 2010/166)   
Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα (εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες) καθώς και εκείνα όσων οι ιδιοκτήτες αποβιώνουν χωρίς διαθήκη και κληρονόμους.    
 Με το άρθρο 44 Εισ. Ν.ΑΚ ο εν λόγω νόμος «περί διακρίσεως κτημάτων» καταργήθηκε, αντ` αυτού δε από της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα, ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 Α. Κ. με την οποία ορίζεται ότι τα «αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων αποβιώνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο δημόσιο».   
21/1/2016 



ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ

[1] Με την οποία ανακηρύχθηκε και αναγνωρίσθηκε υπό την προστασία της Αγγλίας το ανεξάρτητο Ιόνιο Κράτος υπό το όνομα «Ηνωμένα Κράτη των Ιονίων Νήσων», διεπόμενο από το Σύνταγμα ή χάρτη του 1817 (Σύνταγμα Μαίτλανδ), κατά το οποίο κάθε νήσος, είχε ίδια εγχώρια τοπική Κυβέρνηση, αποτελούμενη από τον Έπαρχο και το Επαρχικό Συμβούλιο, η οποία (εγχώρια Κυβέρνηση κάθε νήσου) υπό την επίβλεψη του Άγγλου τοποτηρητή κάθε νήσου ασκούσε διοίκηση εν γένει στην νήσο και είχε την δημόσια Οικονομία και διαχείριση.
[3] Ο ΑΠ (απόφαση 61/1897 Τμ. Α` Θ Θ` 228) συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η μη ιδιωτική κτήση την οποία καθόρισε η Γ Πράξη της Η` Γερουσίας του 1845 στο άρθρο 18 ανήκει στην εγχώρια
περιουσία κάθε νήσου (βλ. και γνωμοδότηση ΝΣΚ 197/67 - φύλλο 3ο).
[4] Βλ: Π. ΚΟΡΙΑΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΑΓΓΕΛΗ –« Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασικών κτημάτων μετά την ένωση των Ιονίων νήσων με την Ελλάδα. ΝΟΒ/1999 (1498).
[5]ΒΛ .(αρ. 34/19990 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, 1098/1992 του Εφετείου Πατρών και 151/2011 Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, 340/1985 Α.Π.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: